Ï «ÅðéêÞäåéïò» ôïõ ÉùÜííç ÊïíäõëÜêç

 
 
    Ο «ΕπικÞδειος» του ΙωÜννη ΚονδυλÜκη και «Οι δυο θÜνατοι του Ιωακεßμ-κραυγÞ του-νεροý» του Ζüρζε ΑμÜντο».[i]
 
  Δημοσιεýτηκε στη Γεραπετρßτικη Απüπειρα, ΜÜιος 2003, τ. 41.
 
  Στη ζωÞ, το θλιβερü συνδÝεται συχνÜ με το αστεßο, το τραγικü με το κωμικü. «ΓÜμος Üκλαυτος και κηδεßα αγÝλαστη δε γßνεται», λÝει μια λαúκÞ παροιμßα.[ii] ΥπÜρχει Ýνας ομοιοστατικüς μηχανισμüς «γÝλιου» που αποτρÝπει τις συνÝπειες απü την υπερβολικÞ Ýνταση ενüς τραγικοý αισθÞματος, λειτουργþντας περßπου καθαρτικÜ. Ο αρχαßος Ýλληνας θεατÞς των παραστÜσεων τραγωδßας, θα υπÝκυπτε κÜτω απü την Ýνταση των συναισθημÜτων ελÝου και φüβου αν δεν υπÞρχε μια επιπλÝον «κÜθαρσις», πιο Üμεση αυτÞ τη φορÜ, με το σατιρικü δρÜμα και αργüτερα την κωμωδßα, που παßζονταν μετÜ την τραγικÞ τριλογßα. Αργüτερα με την τραγικωμωδßα, μÝσα στο ßδιο Ýργο συνÝβαινε η εναλλαγÞ τραγικοý - κωμικοý. ΤÝλος υπÜρχουν Ýργα üπου το κωμικü σκεπÜζει, ως μια προστατευτικÞ ασπßδα, το τραγικü, το οποßο τραγικü σχεδüν εξαφανßζεται.
  Στη νεοελληνικÞ λογοτεχνßα, Ýνα απü τα ωραιüτερα διηγÞματα, το οποßο μÜλιστα ανθολογÞθηκε και σε σχολικü εγχειρßδιο, εßναι ο «ΕπικÞδειος» του ΙωÜννη ΚονδυλÜκη. Δημοσιεýθηκε το 1916 στον τüμο «¼ταν Þμουν δÜσκαλος και Üλλα διηγÞματα». ΑναφÝρεται στον «ΕπικÞδειο» που εκφþνησε, Þ μÜλλον προσπÜθησε να εκφωνÞσει ο αφηγητÞς, στην κηδεßα του πατÝρα ενüς φßλου του, πριν τον πÜρουν τα γÝλια που προσπαθοýσε απü þρα να καταπνßξει, και διωχθεß κακÞν κακþς απü την εκκλησßα.
  To 1971 δημοσιεýει ο Ζüρζε ΑμÜντο το Ýργο του «Οι δυο θÜνατοι του Ιωακεßμ-κραυγÞ-του-νεροý» (A morte e a morte de Quincas Berro d’ agua, γαλλικÞ μετÜφραση Les deux morts de Quinquin-la-flotte), στο οποßο πραγματεýεται με χιουμοριστικü τρüπο το θÜνατο του ÞρωÜ του. Η ομοιüτητα αυτÞ στην χιουμοριστικÞ πραγμÜτευση ενüς ουσιαστικÜ θλιβεροý θÝματος εßναι που μας þθησε σε μια συγκριτολογικÞ προσÝγγισÞ τους.
  Εßναι καταρχÞν προφανÝς üτι δεν τßθεται εδþ καθüλου θÝμα επßδρασης. Ασφαλþς ο ΑμÜντο δεν μπορεß να γνþριζε το Ýργο του ΚονδυλÜκη, το οποßο, απ’ üσο ξÝρω, δεν Ýχει μεταφραστεß σε ξÝνη γλþσσα. ¸τσι η μελÝτη μας θα εστιαστεß στην ανßχνευση ομοιοτÞτων, αναλογιþν και ομολογιþν, καθþς και των διαφορþν που Ýχουν τα δυο Ýργα μεταξý τους.
  Μια βασικÞ διαφορÜ εßναι η Ýκταση των δýο Ýργων. Το Ýργο του ΚονδυλÜκη, στις εκδüσεις Σοκüλη (Η παλαιüτερη πεζογραφßα μας, τüμος ΣΤ´, σελ. 386-391), εßναι μüλις Ýξι σελßδες, ενþ του Ζüρζε ΑμÜντο, στη δßγλωσση Ýκδοση που το Ýχουμε, σε βιβλßο τσÝπης (Novelas portuguesas contemporaneas, Le livre de poche, collection Les Langues Modernes/Bilingue, Paris, xx), εßναι 144 σελßδες με τη γαλλικÞ μετÜφραση, δηλαδÞ 72 (σελ. 35) σελßδες, στις οποßες το 1/3 καταλαμβÜνεται απü σημειþσεις.
  Οι δυο νεκροß Ýχουν Ýνα κοινü χαρακτηριστικü, üτι Þταν γλεντζÝδες. Ο νεκρüς του ΚονδυλÜκη, üταν Ýπινε, ενθουσιασμÝνος κτυποýσε το στÞθος του Þ το στÞθος των διπλανþν του, φωνÜζοντας «στÞθος μÜρμαρο». Στον εκφραστικü αυτü τüπο, αρκετÜ διαδεδομÝνο στην ΚρÞτη μÝχρι και σÞμερα, προστÝθηκε, ßσως μεταγενÝστερα, μια και δεν γßνεται μνεßα γι αυτü στον «ΕπικÞδειο», ο αντßλογος, απü Üτομα που, üπως ο αφηγητÞς, τους κοβüταν η ανÜσα απü τÝτοιου εßδους κτυπÞματα: «και καρδιÜ πατÜτα», για την αποτροπÞ και Üλλων τÝτοιων κτυπημÜτων.
  Ο νεκρüς του ΑμÜντο Þταν το ßδιο λÜτρης του ποτοý. ΚÜποτε γÝμισε το ποτÞρι του απü μια μπουκÜλα που νüμιζε üτι εßχε κασÜσα, τοπικÞ ρακß. «Εβßβα», σÞκωσε το ποτÞρι του και το κατÝβασε μονοροýφι. ΑμÝσως μετÜ φþναξε με αποτροπιασμü: «νερüοοοο!» Το Üσπρο χρþμα τον εßχε ξεγελÜσει. ¸τσι του Ýμεινε το παρατσοýκλι «κραυγÞ του νεροý».[iii]
  Ο νεκρüς του ΑμÜντο Ýχει μια πιο πλοýσια διαγραφÞ χαρακτÞρα, που το επιτρÝπει η Ýκταση του διηγÞματος. ¼πως ο «ΜπÜμπα Τζωρτζ» στο ομþνυμο μυθιστüρημα του Γιþργου Σκοýρτη, Ýτσι κι αυτüς παρατÜει την οικογÝνειÜ του και τη μικροαστικÞ του ζωÞ, και ρßχνεται στο περιθþριο, μπεκροπßνοντας üλη μÝρα με τους φßλους του: «αδιüρθωτοι μπεκρÞδες, παλιανθρþποι στο περιθþριο του νüμου και της κοινωνßας, αλÞτες που θα ’πρεπε να βρßσκονται στη φυλακÞ και üχι ελεýθεροι στους δρüμους...» (σελ. 130). Ο νεκρüς του ΚονδυλÜκη εßναι πüτης, αλλÜ üχι περιθωριακüς. Εßναι Ýνας αξιοπρεπÞς οικογενειÜρχης. Πßνει üταν του δßνεται η ευκαιρßα, και μια απü αυτÝς τις ευκαιρßες εßναι üταν περνοýν απü το χωριü οι φßλοι του γιου του.
  ΓενικÜ σε μια μικρÞ κοινωνßα üπως το χωριü, εßναι δýσκολο να σχηματιστεß περιθωριακÞ ομÜδα. ¼μως Üτομα περιθωριακÜ υπÜρχουν πÜντα. Ο ΚαζαντζÜκης λÝει üτι κÜθε χωριü στην ΚρÞτη Ýχει τον κουζουλü του. Θα μποροýσε να προσθÝσει κανεßς üτι Ýχει και τον μεθýστακÜ του. Και üχι μüνο στην ΚρÞτη. Οι μÝθυσοι αυτοß, μüνοι, εßναι συνÞθως αντικεßμενο γενικÞς περιφρüνησης, και υποφÝρουν απü μοναξιÜ και κοινωνικÞ απüρριψη. Την κατÜστασÞ τους την περιγρÜφουν πολý χαρακτηριστικÜ ο ΑλÝξανδρος ΠαπαδιαμÜντης στο διÞγημÜ του «Τα χριστοýγεννα του ΤεμπÝλη» και ο Ι. ΚαραγÜτσης στα «ΧταποδÜκια».
  Ο νεκρüς του ΑμÜντο üμως ζει σε πüλη, üπου οι μÝθυσοι μποροýν να σχηματßσουν τη δικÞ τους κοινωνικÞ ομÜδα, και η γενικÞ περιφρüνηση αντισταθμßζεται απü την σýμπνοια και την αλληλοβοÞθεια των μελþν.
  «¹ταν καλüς κι εýθυμος Üνθρωπος, μ’ üλα τα εξÞντα χρüνια του» (σελ. 386), δßνει επιγραμματικÜ το χαρακτÞρα του ÞρωÜ του ο αφηγητÞς στο Ýργο του ΚονδυλÜκη. ¼σο για το πüσο «αποδεκτüς» Þταν ο Þρωας του ΑμÜντο στην δικÞ του περιθωριακÞ κοινωνßα, φαßνεται σε üλο το διÞγημα. ¹ταν περßπου ο αρχηγüς της.
  ΥπÜρχει ομοιüτητα στην εικüνα των δýο νεκρþν. «¹το σαν ζωντανüς. ¼πως τοýρθε ξαφνικüς θÜνατος, δεν εßχε σχεδüν αλλÜξει» (σελ. 338). ¼σο για τον Ιωακεßμ, «...χαμογελοýσε σαν να τα εýρισκε üλα αυτÜ αστεßα» (soria como se estivesse a divertir-se, σελ. 144).
  Το χιοýμορ και στα δυο Ýργα προÝρχεται εν μÝρει απü τη σÜτιρα. Ο ΚονδυλÜκης στο Ýργο του σατιρßζει τις υπερβολÝς στις οποßες επιδßδονται οι εκφωνοýντες τους επικÞδειους ψÜλλοντας το εγκþμιο του νεκροý, εßτε απü δικÞ τους πρωτοβουλßα εßτε κατüπιν προτροπþν και υποδεßξεων συγγενþν και φßλων.
  Ο αφηγητÞς Ýχει επιλεγεß να εκφωνÞσει τον (σελ. 36) επικÞδειο, ως ο πιο κατÜλληλος. Αυτüς βÝβαια Ýχει αντιρρÞσεις, και η πρþτη δικαιολογßα που προβÜλλει εßναι üτι δεν Ýχει εκφωνÞσει ποτÝ Üλλοτε στη ζωÞ του επικÞδειο.
  «-ΜÞπως εμεßς εξεφωνÞσαμε;
    -Μα τι να του πω; ¹το Ýνας γεωργüς αγρÜμματος, που δεν μπορεßς να του πεις παρÜ μüνο πως Þτο καλüς Üνθρωπος.
    -Μα αυτÜ δε φτÜνουνε για να γεμßσουν Ýνα επικÞδειο. Αν Þξερα τουλÜχιστον πως επολÝμησε...
    -ΘÜχει πολεμÞσει, αμφιβÜλλεις; εßπεν Ýνας απü τους φßλους μου. Λες πþς επολÝμησε στα 66 Þ üτι ανδραγÜθησε στην επανÜσταση του ΜαυρογÝνη.
    -ΔηλαδÞ τüτε που δεν Ýγινε τßποτε, εßπε κι εγÝλα ο ΖαμαλÞς. Δεν το ξÝρετε πως η επανÜσταση του ΜαυρογÝνη επÝρασε χωρßς ν’ ανοßξει μýτη;
    -ΤÝλος πÜντων, ας πει πως επολÝμησε στα 66 και φτÜνει. Και θÜχει πολεμÞσει, δεν μπορεß. Εμεßς στον ΠειραιÜ εβγÜλαμε αγωνιστÞ του 21 Ýνα γÝρο που δεν Þξερε πως πιÜνουν το τουφÝκι» (σελ. 387).
  ΚατÜ την εκφþνηση του επικÞδειου, ενþ μιλÜει για την οδýνη που θα λÜβει ο γιος του νεκροý και φßλος του αφηγητÞ, που βρßσκεται στην ξενιτιÜ, üταν μÜθει το θλιβερü νÝο, παροτρýνεται απü «συγγενÞ, φαßνεται, της οικογÝνειας» (σελ. 390) να μιλÞσει και για τα Üλλα του παιδιÜ, πρÜγμα που κορυφþνει τη διÜθεσÞ του να σκÜσει στα γÝλια. Στο τÝλος δεν θα το αποφýγει.
  «¹θελα να πω: ‘Γαßαν Ýχεις ελαφρÜν’ αλλÜ μüνο η πρþτη συλλαβÞ Ýβγαινε απü το στüμα μου κι ετελεßωσε σε σπασμü γÝλιου.
  ΣτρÝφομαι γýρω με απελπισßα και ζητþ μια πρüφαση για να δικαιολογÞσω την ασεβÞ παραφροσýνη μου. ¢λλοι με κοιτÜζουν με απορßα κι Üλλοι με θυμü. Και μüνον οι φßλοι μου δεν με κυττÜζουν γιατ’ Ýχουν κρυφτεß. Το βλÝμμα μου φτÜνει στον φαρμακοποιü και στα μοýτρα του βρßσκω την πρüφαση που ζητοýσα. Ο ΖαμαλÞς βαφüτανε κι απü τη ζÝστη η βαφÞ εßχεν αναλιγþσει και με τον ιδρþτα σχημÜτιζε κιτρινωπÜ ρυÜκια στο πρüσωπü του.
    -ΜωρÝ βÜφεσαι; του λÝω για να δεßξω τÜχα üτι γι αυτÞ την ανακÜλυψη γελοýσα.
    -Δε μου λες πως εßσαι για δÝσιμο; αποκρßνεται ο ΖαμαλÞς και σκουπßζεται με μεγÜλο χρωματιστü μαντÞλι.
    Δια να σκεπÜσει το σκÜνταλο ο παπÜς Üρχισε να ψÜλει. Την ßδια στιγμÞ δυο χÝρια μ’ Ýσπρωξαν προς τα Ýξω. ¹ταν ο χωρικüς που μου Ýλεγε τα ονüματα. Και στην πüρτα της εκκλησιÜς μου λÝγει:
    -Το καλü που σου θÝλω, φýγε, φýγε γλÞγορα!» (σελ. 391).
  Ο ΑμÜντο στο Ýργο του σατιρßζει τη μικροαστικÞ μιζÝρια των συγγενþν του νεκροý. ΣκÝφτονται τα Ýξοδα της κηδεßας και προσπαθοýν με κÜθε τρüπο να τα περιορßσουν, και με κρυφÞ ευχαρßστηση παραδßδουν τον νεκρü στους τÝσσερις περιθωριακοýς φßλους τους να τον ξενυχτÞσουν, για να πÜνε οι ßδιοι να κοιμηθοýν.
  Ο δεκανÝας ΜÜρτιν,[iv] βλÝποντας üτι ο νεκρüς εßναι χωρßς σþβρακο, σχολιÜζει: «-Δεν θÝλω να κακολογÞσω, αλλÜ η οικογÝνειÜ του εßναι πολý οικονüμα» (Nâo é para falar mal, mas essa sua família é um tanto quanto econômica σελ. 244), για να προβοýν στη συνÝχεια οι υπüλοιποι σε πιο σκληροýς χαρακτηρισμοýς.
  ¼σον αφορÜ αυτü το τμÞμα το Ýργου, υπÜρχουν πολý μεγÜλες ομοιüτητες με την «ΤελετÞ», Ýνα μονüπρακτο θεατρικü Ýργο του Παýλου ΜÜτεσι που αναφÝρεται στην προετοιμασßα μιας κηδεßας, στο οποßο σατιρßζονται αλýπητα οι μικροαστοß συγγενεßς του νεκροý, με ατÜκες που σκορποýν Üφθονο γÝλιο.
  Στο Ýργο του ΑμÜντο κÜνει την εμφÜνισÞ του Ýνας ιδιüτυπος «μαγικüς ρεαλισμüς», που δημιουργεßται üχι τüσο μÝσω της μυθοπλασßας, üσο μÝσω της αφηγηματικÞς τεχνικÞς της αλλαγÞς (σελ. 37) προοπτικÞς. Ο αφηγητÞς αφηγεßται μÝσα απü την προοπτικÞ των τεσσÜρων φßλων του νεκροý. 
  ¸νας απü τους τÝσσερις φßλους προτεßνει να πουν το «ΠÜτερ ημþν», το οποßο, «με μια τρομερÞ πßεση της μνÞμης, κατÜφερε να θυμηθεß σχεδüν ολüκληρο» (Conseguira, num surpreendente esforço de memóriα, recordar-se da oraçâo quase completa, σελ. 236). ¼μως οι Üλλοι τρεις εßναι αρκετÜ απρüθυμοι. Το νιþθουν παρολαυτÜ ως καθÞκον απÝναντι στο νεκρü φßλο τους, και επιχειροýν να πουν κÜποιες προσευχÝς, χωρßς ιδιαßτερη επιτυχßα.
  «ΤελικÜ ο Curió (που Þταν πεσμÝνος στα γüνατα και με σκυμμÝνο το κεφÜλι σε συντριβÞ) εξοργßσθηκε:
    -ΒλÜκες...
    -¸λλειψη εξÜσκησης, εßπε ο δεκανÝας. ¼μως κÜτι Þταν κι αυτü. Τα υπüλοιπα θα τα κÜνει αýριο ο παπÜς».
  (Finalmente Curió (que se havia posto de joelhos e baixara a cabeça contrita) irritou-se:
    -Cambada de burros...
    -Falta de treino... -disse o Cabo.-Mas jà foi alguma coisa. O resto o padre faz amanhâ» (σελ. 238).
  Δßνουν στο νεκρü Ýνα βατρÜχι για να διασκεδÜσει. Του δßνουν επßσης να πιει, σαν να Þταν ζωντανüς. Στο μεθýσι τους τον ακοýνε να μιλÜει. ΜετÜ το σχüλιο του δεκανÝα ΜÜρτιν για την οικογÝνεια του νεκροý, που παραθÝσαμε πιο πριν, διαβÜζουμε:
  «‘Τσιγκοýνηδες’, διευκρινßζει ο Ιωακεßμ» (Unhas de fome... -precisou Quincas (σελ. 244). Αν η προοπτικÞ Þταν αυτÞ του αφηγητÞ, θα εßχαμε καθαρü μαγικü ρεαλισμü.
  Αποφασßζουν να του βγÜλουν τα καινοýρια ροýχα με τα οποßα τον Ýντυσαν οι δικοß του, μια και, üπως σχολιÜζουν, του εßναι Üχρηστα, κÜποια για να τα φορÝσουν οι ßδιοι, κÜποια για να τα ανταλλÜξουν με ποτü. ¼ταν τον ντýνουν με τα παλιÜ του ροýχα, που Þταν πεταμÝνα σε μια γωνιÜ, τüτε τον αναγνωρßζουν: «-Τþρα ναι, εßναι ο γÝρο Ιωακεßμ» (-Agora, sim, é o velho Quincas. σελ. 242). ¸πειτα αποφασßζουν να τον βγÜλουν βüλτα κρατþντας τον απ’ τις μασχÜλες. Τον βλÝπει η φßλη του και ξεσπÜει: «-Κακοýργε, Üθλιε, τι πÞγες και διÜδωσες και τρüμαξες τον κüσμο, üτι εßσαι τÜχα νεκρüς» (-Bandido! Cachorro! Desgraçado! Que é que tu fez pra espalhar que tava morto, dando susto na gente? (σελ. 256). Ο ιδιοκτÞτης ενüς μπαρ μÝνει Ýκπληκτος, «βλÝποντας τον Ιωακεßμ-κραυγÞ-του-νεροý να εßναι στην καλýτερÞ του φüρμα» (... estupefato ao ver Quincas Berro d[BD1] àgua no melhor de sua forma... σελ. 260). Η παρουσßα του προκαλεß επßσης Ýνα καυγÜ.
  ΠÝρα απü την προοπτικÞ των μεθυσμÝνων φßλων, μÝσω της οποßας παρουσιÜζεται η ιστορßα, οπωσδÞποτε λειτουργεß εδþ Ýνα εφÝ υπερβολÞς.
  ΤÝλος τον πηγαßνουν βüλτα με μια βÜρκα. Τον καθßζουν στην Üκρη της, üμως κÜποια στιγμÞ τους ξεφεýγει και πÝφτει στη θÜλασσα. ¸τσι συντελεßται ο δεýτερο θÜνατüς του, που Ýχει σαν αποτÝλεσμα τη ματαßωση της κηδεßας.
  Η Ýκφραση «δεýτερος θÜνατος» Þ «πÝθανε δυο φορÝς» στην ελληνικÞ γλþσσα εßναι Ýνας γνωστüς εκφραστικüς τρüπος. Στο διÞγημα του ΠαπαδιαμÜντη «ΒαρδιÜνος στα Σπüρκα» (Αλεξ. ΠαπαδιαμÜντη, Τα Χριστοýγεννα του ΤεμπÝλη, εκδüσεις ΜαρÞ, ΑθÞνα, 1961) διαβÜζουμε: «Ο Üτυχος, εßχεν αποθÜνει δýο θανÜτους, τον Ýναν απü την χολÝραν, τον Üλλον απü την Üθεσμον ταφÞν [εßχε ριχτεß στη θÜλασσα απü το πλοßο, χωρßς την καθιερωμÝνη νεκρþσιμη ακολουθßα, και φÜνηκε στον κüσμο üτι Þταν ζωντανüς και üτι üταν Ýπεφτε στο νερü Ýβγαλε μια κραυγÞ]. Αλλ’ ιδοý τþρα üτι υπÝκειντο και αυτοß εις την (σελ. 38) αρÜν να γευθþσι δις τον θÜνατον, κινδυνεýοντες ν’ αποθÜνωσι προþρως απü τον φüβον, πριν αποθÜνωσι οριστικþς απü την χολÝραν (σελ. 30).
  Το Ýργο του ΑμÜντο, μεγαλýτερο σε Ýκταση, περιλαμβÜνει περισσüτερα κωμικÜ επεισüδια, σε αντßθεση με το Ýργο του ΚονδυλÜκη, üπου το κωμικü εστιÜζεται γýρω απü την εκφþνηση του επικÞδειου. ¼μως και οι δυο συγγραφεßς φαßνεται να Ýχουν την ßδια εικονοκλαστικÞ διÜθεση απÝναντι στο θÜνατο, αντιμετωπßζοντÜς τον üχι σαν Ýνα τραγικü συμβÜν, αλλÜ σαν Ýνα γεγονüς της ζωÞς, το οποßο ακυρþνει εßτε η φαντασßα («-Για φαντÜσου Ýτσι ποýχει τα χÝρια σταυρωμÝνα αν Ýξαφνα αρχßσει να κτυπÜ γροθιÝς στο στÞθος του και να φωνÜζει: ‘ΣτÞθος μÜρμαρο!’ Για φαντÜσου! Σελ. 389) εßτε, πιο προχωρημÝνα, η επιθυμßα των τεσσÜρων φßλων να βγÜλουν βüλτα τον νεκρü φßλο τους, σαν να επρüκειτο για ζωντανü. ΤελικÜ, μεγαλýτερο ξüρκι για το θÜνατο απü το γÝλιο δεν υπÜρχει.


[i] ΦÝτος συμπληρþνονται 140 χρüνια απü τη γÝννηση του μεγÜλου συμπατριþτη μας λογοτÝχνη. Στη μνÞμη του αφιερþνεται η παροýσα εργασßα.
[ii] ΑντιγρÜφω Ýνα χαρακτηριστικü ανÝκδοτο απü το βιβλßο μου «Η λαúκüτητα της ΚρητικÞς Λογοτεχνßας» (ΑθÞνα, 1990, Δωρικüς, σελ. 104). «Σε Ýνα διπλανü χωριü απü το δικü μου, το Καβοýσι, πÝθανε κÜποτε Ýνας γÝρος, και οι τρεις κüρες του τον μοιρολογοýσαν. ΞÜφνου το μοιρολüι γßνεται Ýμμετρο. ΛÝει η πρþτη κüρη: Στον κÜτω κüσμο που θα πας, κρÜτα και μια ντομÜτα/ το μεσημÝρι που θα φας να κÜμεις μια σαλÜτα. ΛÝει η δεýτερη: Στον κÜτω κüσμο που θα πας κρÜτα κι Ýνα μαροýλι/ να βÜλεις στη σαλÜτα σου μαζß με λßγο αγγοýρι. Η τρßτη üμως η φουκαριÜρα που δεν εßχε το ποιητικü ταλÝντο των δýο πρþτων, προσθÝτει απλþς: ΚρÜτα πατÝρα και κιοντανÝ (πρÜσο), προς μεγÜλη θυμηδßα των παρευρισκομÝνων που, μη μπορþντας να κρατηθοýν, ξÝσπασαν σε τρανταχτÜ γÝλια, μπροστÜ στο φÝρετρο.»  
[iii] Η ελληνικÞ μετÜφραση τυπþθηκε τον ΜÜιο του 2001 απü τις εκδüσεις Καστανιþτη (μετÜφραση ΑθηνÜς Ψýλλια), ακριβþς τüτε που επεξεργαζüμουν αυτü το κεßμενο, και την οποßα αγνοοýσα. ΜεταφρÜστηκε με τον τßτλο «Ο πρþτος και ο δεýτερος θÜνατος του Κινßνου του ΜπÝκρου». Εδþ Ýχουμε μια Ýνσταση üσον αφορÜ το üνομα του Þρωα. Στη δεýτερη σημεßωση της δßγλωσσης μετÜφρασης που Ýχουμε (σελ. 128) αναφÝρεται üτι το Quincas εßναι υποκοριστικü του Ιωακεßμ. Ελλεßψει αντßστοιχου υποκοριστικοý στα ελληνικÜ, εμεßς αφÞσαμε το κýριο üνομα. ¼σο για το παρατσοýκλι, εμεßς προτιμÞσαμε την πιο κυριολεκτικÞ μετÜφραση.
[iv] ΠεριÝργως ο cabo Martim, Martin le caporal στη γαλλικÞ μετÜφραση, γßνεται υπολοχαγüς Μαρτßμ στην ελληνικÞ μετÜφραση. (σελ. 39)
 
ΜπÜμπης ΔερμιτζÜκης
 

 
[1] ΦÝτος συμπληρþνονται 140 χρüνια απü τη γÝννηση του μεγÜλου συμπατριþτη μας λογοτÝχνη. Στη μνÞμη του αφιερþνεται η παροýσα εργασßα.
[1] ΑντιγρÜφω Ýνα χαρακτηριστικü ανÝκδοτο απü το βιβλßο μου «Η λαúκüτητα της ΚρητικÞς Λογοτεχνßας» (ΑθÞνα, 1990, Δωρικüς, σελ. 104). «Σε Ýνα διπλανü χωριü απü το δικü μου, το Καβοýσι, πÝθανε κÜποτε Ýνας γÝρος, και οι τρεις κüρες του τον μοιρολογοýσαν. ΞÜφνου το μοιρολüι γßνεται Ýμμετρο. ΛÝει η πρþτη κüρη: Στον κÜτω κüσμο που θα πας, κρÜτα και μια ντομÜτα/ το μεσημÝρι που θα φας να κÜμεις μια σαλÜτα. ΛÝει η δεýτερη: Στον κÜτω κüσμο που θα πας κρÜτα κι Ýνα μαροýλι/ να βÜλεις στη σαλÜτα σου μαζß με λßγο αγγοýρι. Η τρßτη üμως η φουκαριÜρα που δεν εßχε το ποιητικü ταλÝντο των δýο πρþτων, προσθÝτει απλþς: ΚρÜτα πατÝρα και κιοντανÝ (πρÜσο), προς μεγÜλη θυμηδßα των παρευρισκομÝνων που, μη μπορþντας να κρατηθοýν, ξÝσπασαν σε τρανταχτÜ γÝλια, μπροστÜ στο φÝρετρο.»  
[1] Η ελληνικÞ μετÜφραση τυπþθηκε τον ΜÜιο του 2001 απü τις εκδüσεις Καστανιþτη (μετÜφραση ΑθηνÜς Ψýλλια), ακριβþς τüτε που επεξεργαζüμουν αυτü το κεßμενο, και την οποßα αγνοοýσα. ΜεταφρÜστηκε με τον τßτλο «Ο πρþτος και ο δεýτερος θÜνατος του Κινßνου του ΜπÝκρου». Εδþ Ýχουμε μια Ýνσταση üσον αφορÜ το üνομα του Þρωα. Στη δεýτερη σημεßωση της δßγλωσσης μετÜφρασης που Ýχουμε (σελ. 128) αναφÝρεται üτι το Quincas εßναι υποκοριστικü του Ιωακεßμ. Ελλεßψει αντßστοιχου υποκοριστικοý στα ελληνικÜ, εμεßς αφÞσαμε το κýριο üνομα. ¼σο για το παρατσοýκλι, εμεßς προτιμÞσαμε την πιο κυριολεκτικÞ μετÜφραση.
[1] ΠεριÝργως ο cabo Martim, Martin le caporal στη γαλλικÞ μετÜφραση, γßνεται υπολοχαγüς Μαρτßμ στην ελληνικÞ μετÜφραση. (σελ. 39)
 
ΜπÜμπης ΔερμιτζÜκης
 
http://users.att.sch.gr/hdermi


ÌðÜìðçò ÄåñìéôæÜêçò