Ο «Επικδειος» του Ιωννη Κονδυλκη και «Οι δυο θνατοι του Ιωακεμ-κραυγ του-νερο» του Ζρζε Αμντο».[i]
 
  Δημοσιετηκε στη Γεραπετρτικη Αππειρα, Μιος 2003, τ. 41.
 
  Στη ζω, το θλιβερ συνδεται συχν με το αστεο, το τραγικ με το κωμικ. «Γμος κλαυτος και κηδεα αγλαστη δε γνεται», λει μια λακ παροιμα.[ii] Υπρχει νας ομοιοστατικς μηχανισμς «γλιου» που αποτρπει τις συνπειες απ την υπερβολικ νταση ενς τραγικο αισθματος, λειτουργντας περπου καθαρτικ. Ο αρχαος λληνας θεατς των παραστσεων τραγωδας, θα υπκυπτε κτω απ την νταση των συναισθημτων ελου και φβου αν δεν υπρχε μια επιπλον «κθαρσις», πιο μεση αυτ τη φορ, με το σατιρικ δρμα και αργτερα την κωμωδα, που παζονταν μετ την τραγικ τριλογα. Αργτερα με την τραγικωμωδα, μσα στο διο ργο συνβαινε η εναλλαγ τραγικο - κωμικο. Τλος υπρχουν ργα που το κωμικ σκεπζει, ως μια προστατευτικ ασπδα, το τραγικ, το οποο τραγικ σχεδν εξαφανζεται.
  Στη νεοελληνικ λογοτεχνα, να απ τα ωραιτερα διηγματα, το οποο μλιστα ανθολογθηκε και σε σχολικ εγχειρδιο, εναι ο «Επικδειος» του Ιωννη Κονδυλκη. Δημοσιεθηκε το 1916 στον τμο «ταν μουν δσκαλος και λλα διηγματα». Αναφρεται στον «Επικδειο» που εκφνησε, μλλον προσπθησε να εκφωνσει ο αφηγητς, στην κηδεα του πατρα ενς φλου του, πριν τον προυν τα γλια που προσπαθοσε απ ρα να καταπνξει, και διωχθε κακν κακς απ την εκκλησα.
  To 1971 δημοσιεει ο Ζρζε Αμντο το ργο του «Οι δυο θνατοι του Ιωακεμ-κραυγ-του-νερο» (A morte e a morte de Quincas Berro d’ agua, γαλλικ μετφραση Les deux morts de Quinquin-la-flotte), στο οποο πραγματεεται με χιουμοριστικ τρπο το θνατο του ρω του. Η ομοιτητα αυτ στην χιουμοριστικ πραγμτευση ενς ουσιαστικ θλιβερο θματος εναι που μας θησε σε μια συγκριτολογικ προσγγισ τους.
  Εναι καταρχν προφανς τι δεν τθεται εδ καθλου θμα επδρασης. Ασφαλς ο Αμντο δεν μπορε να γνριζε το ργο του Κονδυλκη, το οποο, απ’ σο ξρω, δεν χει μεταφραστε σε ξνη γλσσα. τσι η μελτη μας θα εστιαστε στην ανχνευση ομοιοττων, αναλογιν και ομολογιν, καθς και των διαφορν που χουν τα δυο ργα μεταξ τους.
  Μια βασικ διαφορ εναι η κταση των δο ργων. Το ργο του Κονδυλκη, στις εκδσεις Σοκλη (Η παλαιτερη πεζογραφα μας, τμος ΣΤ, σελ. 386-391), εναι μλις ξι σελδες, εν του Ζρζε Αμντο, στη δγλωσση κδοση που το χουμε, σε βιβλο τσπης (Novelas portuguesas contemporaneas, Le livre de poche, collection Les Langues Modernes/Bilingue, Paris, xx), εναι 144 σελδες με τη γαλλικ μετφραση, δηλαδ 72 (σελ. 35) σελδες, στις οποες το 1/3 καταλαμβνεται απ σημεισεις.
  Οι δυο νεκρο χουν να κοιν χαρακτηριστικ, τι ταν γλεντζδες. Ο νεκρς του Κονδυλκη, ταν πινε, ενθουσιασμνος κτυποσε το στθος του το στθος των διπλανν του, φωνζοντας «στθος μρμαρο». Στον εκφραστικ αυτ τπο, αρκετ διαδεδομνο στην Κρτη μχρι και σμερα, προστθηκε, σως μεταγενστερα, μια και δεν γνεται μνεα γι αυτ στον «Επικδειο», ο αντλογος, απ τομα που, πως ο αφηγητς, τους κοβταν η ανσα απ ττοιου εδους κτυπματα: «και καρδι παττα», για την αποτροπ και λλων ττοιων κτυπημτων.
  Ο νεκρς του Αμντο ταν το διο λτρης του ποτο. Κποτε γμισε το ποτρι του απ μια μπουκλα που νμιζε τι εχε κασσα, τοπικ ρακ. «Εββα», σκωσε το ποτρι του και το κατβασε μονοροφι. Αμσως μετ φναξε με αποτροπιασμ: «νεροοοο!» Το σπρο χρμα τον εχε ξεγελσει. τσι του μεινε το παρατσοκλι «κραυγ του νερο».[iii]
  Ο νεκρς του Αμντο χει μια πιο πλοσια διαγραφ χαρακτρα, που το επιτρπει η κταση του διηγματος. πως ο «Μπμπα Τζωρτζ» στο ομνυμο μυθιστρημα του Γιργου Σκορτη, τσι κι αυτς παρατει την οικογνει του και τη μικροαστικ του ζω, και ρχνεται στο περιθριο, μπεκροπνοντας λη μρα με τους φλους του: «αδιρθωτοι μπεκρδες, παλιανθρποι στο περιθριο του νμου και της κοινωνας, αλτες που θα ’πρεπε να βρσκονται στη φυλακ και χι ελεθεροι στους δρμους...» (σελ. 130). Ο νεκρς του Κονδυλκη εναι πτης, αλλ χι περιθωριακς. Εναι νας αξιοπρεπς οικογενειρχης. Πνει ταν του δνεται η ευκαιρα, και μια απ αυτς τις ευκαιρες εναι ταν περνον απ το χωρι οι φλοι του γιου του.
  Γενικ σε μια μικρ κοινωνα πως το χωρι, εναι δσκολο να σχηματιστε περιθωριακ ομδα. μως τομα περιθωριακ υπρχουν πντα. Ο Καζαντζκης λει τι κθε χωρι στην Κρτη χει τον κουζουλ του. Θα μποροσε να προσθσει κανες τι χει και τον μεθστακ του. Και χι μνο στην Κρτη. Οι μθυσοι αυτο, μνοι, εναι συνθως αντικεμενο γενικς περιφρνησης, και υποφρουν απ μοναξι και κοινωνικ απρριψη. Την κατστασ τους την περιγρφουν πολ χαρακτηριστικ ο Αλξανδρος Παπαδιαμντης στο διγημ του «Τα χριστογεννα του Τεμπλη» και ο Ι. Καραγτσης στα «Χταποδκια».
  Ο νεκρς του Αμντο μως ζει σε πλη, που οι μθυσοι μπορον να σχηματσουν τη δικ τους κοινωνικ ομδα, και η γενικ περιφρνηση αντισταθμζεται απ την σμπνοια και την αλληλοβοθεια των μελν.
  «ταν καλς κι εθυμος νθρωπος, μ’ λα τα εξντα χρνια του» (σελ. 386), δνει επιγραμματικ το χαρακτρα του ρω του ο αφηγητς στο ργο του Κονδυλκη. σο για το πσο «αποδεκτς» ταν ο ρωας του Αμντο στην δικ του περιθωριακ κοινωνα, φανεται σε λο το διγημα. ταν περπου ο αρχηγς της.
  Υπρχει ομοιτητα στην εικνα των δο νεκρν. «το σαν ζωντανς. πως τορθε ξαφνικς θνατος, δεν εχε σχεδν αλλξει» (σελ. 338). σο για τον Ιωακεμ, «...χαμογελοσε σαν να τα ερισκε λα αυτ αστεα» (soria como se estivesse a divertir-se, σελ. 144).
  Το χιομορ και στα δυο ργα προρχεται εν μρει απ τη στιρα. Ο Κονδυλκης στο ργο του σατιρζει τις υπερβολς στις οποες επιδδονται οι εκφωνοντες τους επικδειους ψλλοντας το εγκμιο του νεκρο, ετε απ δικ τους πρωτοβουλα ετε κατπιν προτροπν και υποδεξεων συγγενν και φλων.
  Ο αφηγητς χει επιλεγε να εκφωνσει τον (σελ. 36) επικδειο, ως ο πιο κατλληλος. Αυτς ββαια χει αντιρρσεις, και η πρτη δικαιολογα που προβλλει εναι τι δεν χει εκφωνσει ποτ λλοτε στη ζω του επικδειο.
  «-Μπως εμες εξεφωνσαμε;
    -Μα τι να του πω; το νας γεωργς αγρμματος, που δεν μπορες να του πεις παρ μνο πως το καλς νθρωπος.
    -Μα αυτ δε φτνουνε για να γεμσουν να επικδειο. Αν ξερα τουλχιστον πως επολμησε...
    -Θχει πολεμσει, αμφιβλλεις; επεν νας απ τους φλους μου. Λες πς επολμησε στα 66 τι ανδραγθησε στην επανσταση του Μαυρογνη.
    -Δηλαδ ττε που δεν γινε τποτε, επε κι εγλα ο Ζαμαλς. Δεν το ξρετε πως η επανσταση του Μαυρογνη επρασε χωρς ν’ ανοξει μτη;
    -Τλος πντων, ας πει πως επολμησε στα 66 και φτνει. Και θχει πολεμσει, δεν μπορε. Εμες στον Πειραι εβγλαμε αγωνιστ του 21 να γρο που δεν ξερε πως πινουν το τουφκι» (σελ. 387).
  Κατ την εκφνηση του επικδειου, εν μιλει για την οδνη που θα λβει ο γιος του νεκρο και φλος του αφηγητ, που βρσκεται στην ξενιτι, ταν μθει το θλιβερ νο, παροτρνεται απ «συγγεν, φανεται, της οικογνειας» (σελ. 390) να μιλσει και για τα λλα του παιδι, πργμα που κορυφνει τη διθεσ του να σκσει στα γλια. Στο τλος δεν θα το αποφγει.
  «θελα να πω: ‘Γααν χεις ελαφρν’ αλλ μνο η πρτη συλλαβ βγαινε απ το στμα μου κι ετελεωσε σε σπασμ γλιου.
  Στρφομαι γρω με απελπισα και ζητ μια πρφαση για να δικαιολογσω την ασεβ παραφροσνη μου. λλοι με κοιτζουν με απορα κι λλοι με θυμ. Και μνον οι φλοι μου δεν με κυττζουν γιατ’ χουν κρυφτε. Το βλμμα μου φτνει στον φαρμακοποι και στα μοτρα του βρσκω την πρφαση που ζητοσα. Ο Ζαμαλς βαφτανε κι απ τη ζστη η βαφ εχεν αναλιγσει και με τον ιδρτα σχημτιζε κιτρινωπ ρυκια στο πρσωπ του.
    -Μωρ βφεσαι; του λω για να δεξω τχα τι γι αυτ την ανακλυψη γελοσα.
    -Δε μου λες πως εσαι για δσιμο; αποκρνεται ο Ζαμαλς και σκουπζεται με μεγλο χρωματιστ μαντλι.
    Δια να σκεπσει το σκνταλο ο παπς ρχισε να ψλει. Την δια στιγμ δυο χρια μ’ σπρωξαν προς τα ξω. ταν ο χωρικς που μου λεγε τα ονματα. Και στην πρτα της εκκλησις μου λγει:
    -Το καλ που σου θλω, φγε, φγε γλγορα!» (σελ. 391).
  Ο Αμντο στο ργο του σατιρζει τη μικροαστικ μιζρια των συγγενν του νεκρο. Σκφτονται τα ξοδα της κηδεας και προσπαθον με κθε τρπο να τα περιορσουν, και με κρυφ ευχαρστηση παραδδουν τον νεκρ στους τσσερις περιθωριακος φλους τους να τον ξενυχτσουν, για να πνε οι διοι να κοιμηθον.
  Ο δεκανας Μρτιν,[iv] βλποντας τι ο νεκρς εναι χωρς σβρακο, σχολιζει: «-Δεν θλω να κακολογσω, αλλ η οικογνει του εναι πολ οικονμα» (Nâo é para falar mal, mas essa sua família é um tanto quanto econômica σελ. 244), για να προβον στη συνχεια οι υπλοιποι σε πιο σκληρος χαρακτηρισμος.
  σον αφορ αυτ το τμμα το ργου, υπρχουν πολ μεγλες ομοιτητες με την «Τελετ», να μονπρακτο θεατρικ ργο του Παλου Μτεσι που αναφρεται στην προετοιμασα μιας κηδεας, στο οποο σατιρζονται αλπητα οι μικροαστο συγγενες του νεκρο, με ατκες που σκορπον φθονο γλιο.
  Στο ργο του Αμντο κνει την εμφνισ του νας ιδιτυπος «μαγικς ρεαλισμς», που δημιουργεται χι τσο μσω της μυθοπλασας, σο μσω της αφηγηματικς τεχνικς της αλλαγς (σελ. 37) προοπτικς. Ο αφηγητς αφηγεται μσα απ την προοπτικ των τεσσρων φλων του νεκρο. 
  νας απ τους τσσερις φλους προτενει να πουν το «Πτερ ημν», το οποο, «με μια τρομερ πεση της μνμης, κατφερε να θυμηθε σχεδν ολκληρο» (Conseguira, num surpreendente esforço de memóriα, recordar-se da oraçâo quase completa, σελ. 236). μως οι λλοι τρεις εναι αρκετ απρθυμοι. Το νιθουν παρολαυτ ως καθκον απναντι στο νεκρ φλο τους, και επιχειρον να πουν κποιες προσευχς, χωρς ιδιατερη επιτυχα.
  «Τελικ ο Curió (που ταν πεσμνος στα γνατα και με σκυμμνο το κεφλι σε συντριβ) εξοργσθηκε:
    -Βλκες...
    -λλειψη εξσκησης, επε ο δεκανας. μως κτι ταν κι αυτ. Τα υπλοιπα θα τα κνει αριο ο παπς».
  (Finalmente Curió (que se havia posto de joelhos e baixara a cabeça contrita) irritou-se:
    -Cambada de burros...
    -Falta de treino... -disse o Cabo.-Mas jà foi alguma coisa. O resto o padre faz amanhâ» (σελ. 238).
  Δνουν στο νεκρ να βατρχι για να διασκεδσει. Του δνουν επσης να πιει, σαν να ταν ζωντανς. Στο μεθσι τους τον ακονε να μιλει. Μετ το σχλιο του δεκανα Μρτιν για την οικογνεια του νεκρο, που παραθσαμε πιο πριν, διαβζουμε:
  «‘Τσιγκονηδες’, διευκρινζει ο Ιωακεμ» (Unhas de fome... -precisou Quincas (σελ. 244). Αν η προοπτικ ταν αυτ του αφηγητ, θα εχαμε καθαρ μαγικ ρεαλισμ.
  Αποφασζουν να του βγλουν τα καινορια ροχα με τα οποα τον ντυσαν οι δικο του, μια και, πως σχολιζουν, του εναι χρηστα, κποια για να τα φορσουν οι διοι, κποια για να τα ανταλλξουν με ποτ. ταν τον ντνουν με τα παλι του ροχα, που ταν πεταμνα σε μια γωνι, ττε τον αναγνωρζουν: «-Τρα ναι, εναι ο γρο Ιωακεμ» (-Agora, sim, é o velho Quincas. σελ. 242). πειτα αποφασζουν να τον βγλουν βλτα κρατντας τον απ’ τις μασχλες. Τον βλπει η φλη του και ξεσπει: «-Κακοργε, θλιε, τι πγες και διδωσες και τρμαξες τον κσμο, τι εσαι τχα νεκρς» (-Bandido! Cachorro! Desgraçado! Que é que tu fez pra espalhar que tava morto, dando susto na gente? (σελ. 256). Ο ιδιοκττης ενς μπαρ μνει κπληκτος, «βλποντας τον Ιωακεμ-κραυγ-του-νερο να εναι στην καλτερ του φρμα» (... estupefato ao ver Quincas Berro d[BD1] àgua no melhor de sua forma... σελ. 260). Η παρουσα του προκαλε επσης να καυγ.
  Πρα απ την προοπτικ των μεθυσμνων φλων, μσω της οποας παρουσιζεται η ιστορα, οπωσδποτε λειτουργε εδ να εφ υπερβολς.
  Τλος τον πηγανουν βλτα με μια βρκα. Τον καθζουν στην κρη της, μως κποια στιγμ τους ξεφεγει και πφτει στη θλασσα. τσι συντελεται ο δετερο θνατς του, που χει σαν αποτλεσμα τη ματαωση της κηδεας.
  Η κφραση «δετερος θνατος» «πθανε δυο φορς» στην ελληνικ γλσσα εναι νας γνωστς εκφραστικς τρπος. Στο διγημα του Παπαδιαμντη «Βαρδινος στα Σπρκα» (Αλεξ. Παπαδιαμντη, Τα Χριστογεννα του Τεμπλη, εκδσεις Μαρ, Αθνα, 1961) διαβζουμε: «Ο τυχος, εχεν αποθνει δο θαντους, τον ναν απ την χολραν, τον λλον απ την θεσμον ταφν [εχε ριχτε στη θλασσα απ το πλοο, χωρς την καθιερωμνη νεκρσιμη ακολουθα, και φνηκε στον κσμο τι ταν ζωντανς και τι ταν πεφτε στο νερ βγαλε μια κραυγ]. Αλλ’ ιδο τρα τι υπκειντο και αυτο εις την (σελ. 38) αρν να γευθσι δις τον θνατον, κινδυνεοντες ν’ αποθνωσι προρως απ τον φβον, πριν αποθνωσι οριστικς απ την χολραν (σελ. 30).
  Το ργο του Αμντο, μεγαλτερο σε κταση, περιλαμβνει περισστερα κωμικ επεισδια, σε αντθεση με το ργο του Κονδυλκη, που το κωμικ εστιζεται γρω απ την εκφνηση του επικδειου. μως και οι δυο συγγραφες φανεται να χουν την δια εικονοκλαστικ διθεση απναντι στο θνατο, αντιμετωπζοντς τον χι σαν να τραγικ συμβν, αλλ σαν να γεγονς της ζως, το οποο ακυρνει ετε η φαντασα («-Για φαντσου τσι ποχει τα χρια σταυρωμνα αν ξαφνα αρχσει να κτυπ γροθις στο στθος του και να φωνζει: ‘Στθος μρμαρο!’ Για φαντσου! Σελ. 389) ετε, πιο προχωρημνα, η επιθυμα των τεσσρων φλων να βγλουν βλτα τον νεκρ φλο τους, σαν να επρκειτο για ζωνταν. Τελικ, μεγαλτερο ξρκι για το θνατο απ το γλιο δεν υπρχει.


[i] Φτος συμπληρνονται 140 χρνια απ τη γννηση του μεγλου συμπατριτη μας λογοτχνη. Στη μνμη του αφιερνεται η παροσα εργασα.
[ii] Αντιγρφω να χαρακτηριστικ ανκδοτο απ το βιβλο μου «Η λακτητα της Κρητικς Λογοτεχνας» (Αθνα, 1990, Δωρικς, σελ. 104). «Σε να διπλαν χωρι απ το δικ μου, το Καβοσι, πθανε κποτε νας γρος, και οι τρεις κρες του τον μοιρολογοσαν. Ξφνου το μοιρολι γνεται μμετρο. Λει η πρτη κρη: Στον κτω κσμο που θα πας, κρτα και μια ντομτα/ το μεσημρι που θα φας να κμεις μια σαλτα. Λει η δετερη: Στον κτω κσμο που θα πας κρτα κι να μαρολι/ να βλεις στη σαλτα σου μαζ με λγο αγγορι. Η τρτη μως η φουκαριρα που δεν εχε το ποιητικ ταλντο των δο πρτων, προσθτει απλς: Κρτα πατρα και κιονταν (πρσο), προς μεγλη θυμηδα των παρευρισκομνων που, μη μπορντας να κρατηθον, ξσπασαν σε τρανταχτ γλια, μπροστ στο φρετρο.»  
[iii] Η ελληνικ μετφραση τυπθηκε τον Μιο του 2001 απ τις εκδσεις Καστανιτη (μετφραση Αθηνς Ψλλια), ακριβς ττε που επεξεργαζμουν αυτ το κεμενο, και την οποα αγνοοσα. Μεταφρστηκε με τον ττλο «Ο πρτος και ο δετερος θνατος του Κιννου του Μπκρου». Εδ χουμε μια νσταση σον αφορ το νομα του ρωα. Στη δετερη σημεωση της δγλωσσης μετφρασης που χουμε (σελ. 128) αναφρεται τι το Quincas εναι υποκοριστικ του Ιωακεμ. Ελλεψει αντστοιχου υποκοριστικο στα ελληνικ, εμες αφσαμε το κριο νομα. σο για το παρατσοκλι, εμες προτιμσαμε την πιο κυριολεκτικ μετφραση.
[iv] Περιργως ο cabo Martim, Martin le caporal στη γαλλικ μετφραση, γνεται υπολοχαγς Μαρτμ στην ελληνικ μετφραση. (σελ. 39)
 
Μπμπης Δερμιτζκης
 

 
[1] Φτος συμπληρνονται 140 χρνια απ τη γννηση του μεγλου συμπατριτη μας λογοτχνη. Στη μνμη του αφιερνεται η παροσα εργασα.
[1] Αντιγρφω να χαρακτηριστικ ανκδοτο απ το βιβλο μου «Η λακτητα της Κρητικς Λογοτεχνας» (Αθνα, 1990, Δωρικς, σελ. 104). «Σε να διπλαν χωρι απ το δικ μου, το Καβοσι, πθανε κποτε νας γρος, και οι τρεις κρες του τον μοιρολογοσαν. Ξφνου το μοιρολι γνεται μμετρο. Λει η πρτη κρη: Στον κτω κσμο που θα πας, κρτα και μια ντομτα/ το μεσημρι που θα φας να κμεις μια σαλτα. Λει η δετερη: Στον κτω κσμο που θα πας κρτα κι να μαρολι/ να βλεις στη σαλτα σου μαζ με λγο αγγορι. Η τρτη μως η φουκαριρα που δεν εχε το ποιητικ ταλντο των δο πρτων, προσθτει απλς: Κρτα πατρα και κιονταν (πρσο), προς μεγλη θυμηδα των παρευρισκομνων που, μη μπορντας να κρατηθον, ξσπασαν σε τρανταχτ γλια, μπροστ στο φρετρο.»  
[1] Η ελληνικ μετφραση τυπθηκε τον Μιο του 2001 απ τις εκδσεις Καστανιτη (μετφραση Αθηνς Ψλλια), ακριβς ττε που επεξεργαζμουν αυτ το κεμενο, και την οποα αγνοοσα. Μεταφρστηκε με τον ττλο «Ο πρτος και ο δετερος θνατος του Κιννου του Μπκρου». Εδ χουμε μια νσταση σον αφορ το νομα του ρωα. Στη δετερη σημεωση της δγλωσσης μετφρασης που χουμε (σελ. 128) αναφρεται τι το Quincas εναι υποκοριστικ του Ιωακεμ. Ελλεψει αντστοιχου υποκοριστικο στα ελληνικ, εμες αφσαμε το κριο νομα. σο για το παρατσοκλι, εμες προτιμσαμε την πιο κυριολεκτικ μετφραση.
[1] Περιργως ο cabo Martim, Martin le caporal στη γαλλικ μετφραση, γνεται υπολοχαγς Μαρτμ στην ελληνικ μετφραση. (σελ. 39)
 
Μπμπης Δερμιτζκης
 
http://users.att.sch.gr/hdermi